μάλλον

μάλλον
(AM μᾱλλον, Α ιων. τ. μάλιον, δωρ. τ. μαλλότερον)
επίρρ.
1. πιο πολύ, σε μεγαλύτερο βαθμό, περισσότερο («μᾱλλον τοῡ ξυμφέροντος» — περισσότερο από όσο συμφέρει, Αντιφ.)
2. προτιμότερο, καλύτερα, κάλλιο («οὐ πώποτ' ἔργου μᾱλλον εἱλόμην λόγους», Ευρ.)
3. φρ. α) «επί μάλλον καί μάλλον» — κατά ανιούσα κλίμακα, όλο και πιο πολύ, διαρκώς και περισσότερο
β) «μάλλον δε» ή «ή μάλλον»
(με επανορθωτική σημ.) ή καλύτερα, για να πω καλύτερα (α. «μέ άκουσε ή μάλλον πρόσεξε καλά αυτά που είπα» β. «ἀλλὰ καὶ τούτων πολλοί, μᾱλλον δὲ πάντες», Δημοσθ.)
νεοελλ.
1. κάπως, σε κάποιο βαθμό («το νερό τής θάλασσας είναι μάλλον κρύο σήμερα»)
2. πολλές φορές με θετικό βαθμό επιθέτου για δήλωση συγκριτικού βαθμού («μάλλον δυστυχής»)
4. φρ. «κατά το μάλλον ή ήττον» — κατά προσέγγιση, πάνω-κάτω
νεοελλ.-μσν.
πιθανώς («μάλλον θα τά καταφέρει».)
αρχ.
1. υπερβολικά, σφόδρα («φίλει δὲ με κηρόθι μᾱλλον», Ομ. Οδ.)
2. φρ. α) «παντὸς μᾱλλον» — βεβαιότατα
β) «οὐδὲν μᾱλλον» — καθόλου περισσότερο
γ) «τὸ μᾱλλον καὶ ἧττον» — σχήμα συλλογισμού το οποίο σήμερα καλείται «το κατά ισχυρότερο λόγο».
[ΕΤΥΜΟΛ. Για ετυμολ. βλ. λ. μάλα].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • μᾶλλον — very indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάλλον — επίρρ. ποσοτ.,1. περισσότερο, προτιμότερο, καλύτερο: Θα ήθελα μάλλον να μιλήσω με κάποιον υπεύθυνο. 2. με το διαζευκτικό ή έχει επανορθωτική έννοια: Έλα, ή μάλλον τηλεφώνησε. 3. πιθανόν: Το Πάσχα θα το περάσουμε μάλλον στην Κρήτη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μαλλόν — Μαλλός flock of wool masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαλλόν — μαλλός flock of wool masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μᾶλλον ἀδικεῖσθαι ἢ ἀδικεῖν. — См. Лучше в обиде быть, нежели в обидчиках …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἐκ πολέμον μὲν γὰρ εἰρήνη μάλλον βεβαιοῦται. — ἐκ πολέμον μὲν γὰρ εἰρήνη μάλλον βεβαιοῦται. См. Если хочешь мира, готовься к войне …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἐκ πολέμου μὲν γαρ εἰρήνη μᾶλλον βεβαιοῦται. — ἐκ πολέμου μὲν γαρ εἰρήνη μᾶλλον βεβαιοῦται. См. Хочешь покою, готовься к бою …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Πᾶς τις αὐτὸν τοῦ πέλας μᾶλλον φιλεῖ. — πᾶς τις αὐτὸν τοῦ πέλας μᾶλλον φιλεῖ. См. Всякий сам себе ближе …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ὅσῳ ταράττεις τήν κόπρον, τοσούτῳ μάλλον ὄξει. — ὅσῳ ταράττεις τήν κόπρον, τοσούτῳ μάλλον ὄξει. См. Не тронь, так и не воняет …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Πᾶς γὰρ τὸ οἰκεῖον ἔργον ἀγαπᾷ μᾶλλον ἢ. — См. Всякому свое мило …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”